Αναζητηση της απολυτης αληθειας

Τρίτη 8 Μαΐου 2012

Με φρου φρού κι αρώματα (το part 2 των εκλογικών εκτιμήσεων του Πρίσματος)


Παρότι έλεγα να συνεχίσω με το (σ)εξωκοινοβούλιο λέω να γράψω πρώτα για τα παιδιά των κατοίκων της πηγάδας και μετά να πάω στα δικά μας.
Οι άριοι (εδώ γελάμε) πολλαπλασιάζονται (εδώ κλαίμε) αφού έλαβαν 6.97%. Πολύ κομβικά:
  1. Θεωρώ πως το αποτέλεσμά τους ήταν ολίγον πλασματικό αντίστοιχα με αυτά των τριών φιλελεύθερων κομμάτων που πήραν κι αυτά συνολικά 6.5%. Η αποστοίχιση ενός κόσμου από τη ΝΔ, όχι όμως από τη δεξιά διοχετεύτηκε στους νεοναζί. Δεν αποκτήσαμε 440.894 νεοναζί από τη μια μέρα στην άλλη. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως οι νεοναζί δεν έχουν αυξήσει την επιρροή τους ή ότι στη ΝΔ δεν συμμετείχαν ή ψήφιζαν νεοναζί, (φιλο)χουντικοί, ρατσιστές, σωβινιστές κτλ οι οποίοι ένοιωσαν να εκφράζονται για να μην πω να απελευθερώνονται ψηφίζοντας τους ναζί του Μιχαλολιάκου.
  2. Ιδίως με την είσοδο του Καρατζαφύρερ στη βουλή (αλλά και από το αμέσως προηγούμενο διάστημα αυτής) μαζί με Βορίδη, Άδωνι Πλεύρη junior και λοιπά μπουμπούκια είχαμε μια μόνιμη (ανα)παραγωγή “ακραίου” λόγου εντός κι εκτός κενοβουλίου. Ένα τέτοιο λόγο άρχισε να εκφέρει και ο ντεμέκ κεντρώος χώρος του μΠΑτΣΟΚ κύρια από Διαμαντοπούλου, Χρυσοχοϊδη, Παπουτσή, Λοβέρδο και άλλα στελεχά. Τα λέει κι ο Λιάκος (όχι ο Λιακό). Όλη αυτή η διαδικασία “ήπιας προσαρμογής” του ακροατηρίου (ελληνικός λαός) σε μια τέτοια φρασεολογία, επιχειρηματολογία αλλά και σε προτεινόμενες λύσεις του τύπου στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους μετανάστες δεν έγινε από μια πίεση από τον “ακραίο χώρο” όπως π.χ. λεγόταν πως το μΠΑτΣΟΚ πιέζεται από το ΛΑΟΣ αλλά ως επιλογή της αστικής τάξης και του πολιτικού της προσωπικού για αυταρχικοποίηση-φασιστικοποίηση της κοινωνίας ως προσπάθεια ανακοπής της ριζοσπαστικοποίησης που θα μπορούσε να επιφέρει η επιδείνωση της οικονομικοκοινωνικής κατάστασης πλατιών στρωμάτων της κοινωνίας. Αυτή η προσπάθεια (θα) περιλαμβάνει θεσμικά και μη μέσα, γι αυτό είμαι σίγουρος.
  3. Οι νεοναζί θεωρώ πως είναι απολύτως ελεγχόμενοι από το σύστημα και άρα και οι κινήσεις τους σε μεγάλο βαθμό θα είναι ελεγχόμενες για μεγάλο διάστημα. Δεν θεωρώ πως είναι απίθανο να πέσουν εάν ξαναγίνουν εκλογές σε ένα μήνα ή και να δούμε σημαντικά τους μέλη να καταδικάζονται σε ποινές φυλάκισης για διάφορα αδικήματα τα οποία έχουν διαπράξει και για τα οποία μέχρι τώρα το σύστημα επέλεγε να αναβάλλει τις εκδικάσεις ή και να μην τους διώκει για να τους έχει στο χέρι.
  4. Οι νεοναζί έκαναν δουλειά στη νεολαία εδώ και χρόνια κύρια μέσω οπαδικών συνδέσμων. Παρότι διάφοροι του χώρου οι οποίοι δεν ήταν τόσο ντούροι κομμουνισταράδες και επαναστάτες ώστε να απέχουν από όλες τις βλαβερές απολαύσεις-”όπια του λαού” όπως το ποδόσφαιρο το επισήμαναν συχνά. Η απάντηση ήταν πως δεν ασχολούμαστε με χούλιγκαν, ανεγκέφαλους, καθυστερημένα στρώματα σε σχέση με τις επαναστατικές αφεντομουτσούνες μας. Τώρα λουζόμαστε (και) τα αποτελέσματα της στάσης μας.
  5. Οι νεοναζί παρεμβαίνουν αναβαθμισμένα σε όσο το δυνατό μεγαλύτερα τμήματα των υποβαθμισμένων συνοικιών των αστικών κέντρων με τοποθετήσεις σε πραγματικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν (εγκληματικότητα, ανέχεια, υποβάθμιση σε όλα τα επίπεδα) δίνοντας μια ψεύτικη και εύκολη λύση. Για όλα φταίνε οι μετανάστες. Ο χώρος πάει στο άλλο άκρο. Από απόσταση κατά βάση λέει πως δεν φταίνε οι μετανάστες (σωστό) αλλά συμπεριφέρεται λες και δεν υπάρχει πρόβλημα (λάθος). Αυτό όχι μόνο δε βοηθάει αλλά δίνει περισσότερο έδαφος εν τέλει σε ρατσιστικές αντιλήψεις να παίζουν μπάλα.
  6. Θεωρώ πως το ζήτημα του φασισμού-ναζισμού πρέπει επιτέλους να το δούμε σοβαρά. Αποκαλύπτοντας τον πραγματικό τους ρόλο, όχι μόνο ως προς την πρακτική τους αλλά και ως προς την επιχειρηματολογία τους. Επίσης ας παρέμβουμε ουσιαστικά επιτέλους εκεί που υπάρχει το πρόβλημα κι ας μην τους αφήνουμε να αλωνίζουν. Εύκολο; ΟΧΙ. Αναγκαίο; ΑΠΟΛΥΤΑ!
Αφιερωμένο:

Δευτέρα 7 Μαΐου 2012

Εκλογές, κόμματα (part 1)

Το πρώτο μέρος αφορά τις συστημικές (sic) δυνάμεις πλην νεοναζί που θα έχουν την τιμητική τους και εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που θα μας απασχολήσει στη συνέχεια. Πρόκειται για τις πρώτες και πρόχειρες εκτιμήσεις, πιθανό να τις ρετουσάρω στο άμεσο μέλλον.



Αν σε κάτι έπεσε σίγουρα μέσα το Πρίσμα (και αρκετοί άλλοι) ήταν πως δύσκολα θα μπορούσε κανείς να εκτιμήσει επακριβώς τα αποτελέσματα των εκλογών.
Ας ξεκινήσουμε με το πρώτο στοιχείο. Η αποχή ήταν μεγαλύτερη απ’ ότι περίμενε ο οποιοσδήποτε (κοντά στο 35%). Δεν θεωρώ πως πρόκειται για μια ομογενοποιημένη ομάδα που επιλέγει την αποχή. 
Υπήρξε κόσμος ο οποίος ζει/εργάζεται/σπουδάζει εκτός της πόλης/χωριού στο οποίο ψηφίζει και θεώρησε ότι άξιζε τον κόπο και κύρια το χρήμα να πάει να ψηφίσει παρότι εάν ήταν εκεί μάλλον θα ψήφιζε.
Υπήρξαν άλλοι που δεν ψήφισαν από ιδεολογική-πολιτική πεποίθηση.
Τέλος υπήρξαν αιώνιοι ψηφοφόροι των αστικών κομμάτων οι οποίοι αφενώς δεν ήθελαν να τα ψηφίσουν και πάλι αφετέρου δεν ήθελαν να ψηφίσουν κάτι άλλο και επέλεξαν την αποχή.
Ας πάμε στο δεύτερο στοιχείο, τον καταποντισμό των δυο βασικών αστικών κομμάτων, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. 
Δεν ενθυμούμαι άλλη περίπτωση στην οποία το πρώτο κόμμα στις εκλογές είχε κάτω από 19%. Η ΝΔ πήρε18,85% όταν στις εκλογές του 2009 τις οποίες είχε χάσει είχε πάρει 33.48% το οποίο αν δεν κάνω λάθος ήταν το πιο χαμηλό ποσοστό που έλαβε στις Βολευτικές Εκλογές από ιδρύσεώς της. Κατακρίβεια σε όλες τις τις ήττες η ΝΔ έπαιρνε σχεδόν το διπλάσιο ποσοστό από την χθεσινή της νίκη. 
Οι απώλειές της είναι κατά βάση σε Καμμένο και Χρυσή Αυγή και κατά δεύτερο σε άλλα μικρά δεξιά κόμματα, τα λεγόμενα φιλελεύθερα και στην αποχή. Σε απόλυτους αριθμούς έχασε 1.100.000 ψήφια.
Το ΠΑΣΟΚ έχει επίσης καταγράψει το χαμηλότερο ποσοστό στην ιστορία του, 13.18%, βγήκε τρίτο κόμμα (χάνοντας 2.200.000 ψήφια) και έτσι τα δυο (πρώην) μεγάλα κόμματα μαζί δεν μπορούν καν να σχηματίσουν κυβέρνηση με οριακή πλειοψηφία. 
Μάλιστα έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι μένουν εκτός βουλής πρωτοκλασσάτα στελέχη της νεότερής του περιόδου όπως η Διαμαντοπούλου και ο Παπουτσής. Οι διαρροές του ΠΑΣΟΚ ήταν κατά βάση προς το ΣΥΡΙΖΑ, κατά δεύτερο προς την υπόλοιπη αριστερά και τη ΔΗΜ.ΑΡ. αλλά και τους νεοναζί. Ο Βενιζέλος κάνει έκκληση για κυβέρνηση εθνικής ενότητας των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων κι ας μείνει στην απ' έξω και γενικά στριμόκωλα τα πράγματα για τους σοσιαληστές.
Στο δια ταύτα για τα δυο αστικά κόμματα που αποτέλεσαν τους πυλώνες του αστικού πολιτικού συστήματος τα τελευταία 40 χρόνια. Υπάρχει πλέον ζήτημα, θα περάσουμε από το δικομματισμό σε ένα πολυκομματικό σύστημα άσκησης της πολιτικής εξουσίας; Κι αν ναι, με ποιους. Θεωρώ πως τα αποτελέσματα τόσο για τον Καμμένο και τη Χρυσή Αυγή ήταν λίγο-πολύ συγκυριακά (χωρίς να αγνοώ τους κινδύνους. Επίσης θεωρώ πως και ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ είναι πλεονασμός. There can be only one! Έχει η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ μέλλον ή μόνο παρελθόν; Επίσης δεν φαίνεται ούτε το ‘παλιό καλό’ ΠΑΣΟΚ (βλέπε Κοινωνική Συμμαχία) να έχει μέλλον.
Ας πάμε στον ένα εκ των δυο μεγάλων νικητών των εκλογών, λέγε με ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σχεδόν στο 16.78%, μόλις 2% κάτω από την πρώτη ΝΔ. Ο ΣΥΡΙΖΑ μπόρεσε να αλιεύσει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι των πρώην ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ κάτι το οποίο υπήρξε στρατηγικός στόχος του επιτελείου της Κουμουνδούρου εξαρχής. Δεν είναι τυχαίο πως Σακοράφα και Κουρουμπλής αλλά και Μητρόπουλος όχι μόνο κατέβηκαν αλλά και εκλέγονται βολευτές. (Δεν ξέρω αν υπάρχουν κι άλλοι πρώην ΠΑΣΟΚοι και νυν ΣΥΡΙΖΑίοι βολευτές, εάν ναι ενημερώστε με.) Κατάφερε να τριπλασιάσει τις ψήφους του και να λάβει πάνω από 1.000.000 κουκιά.
Ο ΣΥΡΙΖΑ φαίρεται ως ο νικητής των εκλογών ο οποίος οφείλει να σχηματίσει κυβέρνηση. Δεν φαίνεται να τσιμπάει στις αστικές σειρήνες που καλούν σε συγκυβέρνηση και δεν αναφέρομαι σε ΝΔ, ΠΑΣΟΚ αλλά και στο ΣΕΒ. Αντιθέτως φαίνεται να θέλει να πάει σε νέες εκλογές όπου θα καλέσει κι άλλες δυνάμεις για συστράτευση (ακούγονται από τους Οικολόγους Πράσινους έως την ΑΝΤΑΡΣΥΑ) προκειμένου να χτυπήσει πρωτιά. Ο Τσίπρας όποτε μιλάει μου φέρνει από γέλια έως εκνευρισμό. Οφείλω να πω όμως πως χθες και σήμερα το παίζει ΠΑΡΑ ΜΑ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΕΞΥΠΝΑ. 
Θεωρώ πως βάση και μιας κοινοβουλευτικής λογικής που επικρατεί και στην ‘εκτός των τειχών’ αριστερά υπάρχει μεγάλος κίνδυνος αφομείωσης κομματιών της λεγόμενης εξωκοινοβουλευτικής (από ανάγκη και όχι από άποψη απ’ ότι φαίνεται - κάπως έτσι το είχε πει στην περασμένη εκλογική αναμέτρηση ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου σε συνέντευξή του) από τον Αλέξη. Και για τους φίλους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που θεωρούν τις δικές μας κριτικές κακοπροαίρετες και τα άρθρα των Μάρκου-Ελαφρού εξαιρέσεις τους παραπέμπω στο μετεκλογικό άρθρο του Δημήτρη Τζιαντζή.
Ο έτερος της κοινοβουλευτικής αριστεράς, το ΚΚΕ, επιβεβαιώνει μετεκλογικά κάτι που εντόπισαν πολλοί με βάση την προεκλογική του στάση. Ένα μούδιασμα κι ένα προβληματισμό για το πως να προχωρήσει. Το ΚΚΕ κρατούσε σταθερά την τρίτη κοινοβουλευτική θέση και το ρόλο του εκπροσώπου της αριστεράς ενώπιον του αστικού πολιτικού συστήματος. Ένα ρόλο που χάνει από το ΣΥΡΙΖΑ και μάλιστα πέφτει κάτω κι από τον Καμμένο. Σε ψήφους έχει μια μικρή άνοδο και ακόμη πιο μεγάλη αύξηση σε ποσοστό (λόγω αυξημένης αποχής) αλλά σε μια τέτοια περίοδο είναι πάρα μα πάρα πολύ πίσω σε σχέση με τις προσδοκίες του μέσου οπαδού του και πολύ πίσω σε σχέση με τον αντίζηλό του. Η στάση του περί μη συμμετοχής σε κυβερνητικά σενάρια δεν είναι λάθος απλά δεν πρόκειται για μια πάγια τακτική του. Δηλαδή αν ήταν στη θέση του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα έκανε πρόταση για συνεργασία σε άλλες δυνάμεις με πρόγραμμα....τη λαϊκή εξουσία; Άρα δεν είναι πως δεν θέση αρχής πως δεν υπάρχει κυβερνητική λύση απλά αυτή δεν υπάρχει αν το ΚΚΕ δεν είναι αυτό που την καθορίζει.
Το ΛΑΟΣ έμεινε έξω (όπως προέβλεψε το Πρίσμα) πληρώνοντας από τη μια την στήριξη του μνημονίου μέσω της συγκυβέρνησης και όχι μόνο και από την άλλη επειδή αποτελεί το πλέον άχρηστο δεξιό κόμμα. Οι Φασιστοναζίδες έχουν την Χρυσή Αυγή, οι ακροδεξιοί και αντιμνημονιακοί μεν, αλλά των σαλονιών δε τον Καμμένο και οι φιλομνημονιακοί τη ΝΔ, συν τα δυο φιλελεύθερα τεχνοκρατικά κόμματα των Μάνου και Τζήμερου για πιο alternative καταστάσεις.
Όπως προανέφερα έχουμε μια σειρά από φιλελεύθερα κόμματα που μπορεί να μην μπήκαν στη Βουλή αλλά δείχνουν μια στροφή ενός δεξιού κόσμου που μάλλον αποστοιχίζεται από τη ΝΔ. Μαζί με τη Ντόρα παίρνουν 6.5% και δεν είναι απίθανο να έχουμε μια συνεργασία που να τους φέρει εντός βουλής.
Έχουμε μαζί με τους από τους από πάνω συνολικά ένα 18.5% εκτός βουλής. Το μισό τουλάχιστον είναι ξεκάθαρα δεξιοί και ένα μεγάλο κομμάτι των υπολοίπων είναι γραφικοί οι οποίοι απορροφούν τμήμα των ψήφων που διοχετεύονται από τα μεγάλα κόμματα προς διαμαρτυρία και δίνουν ένα στίγμα γραφικότητας για το σύνολο των εξωκοινοβουλευτικών δυνάμεων.

to be continued...

Παρασκευή 4 Μαΐου 2012

Η χαμένη ψήφος και η χαμένη τιμή της αριστεράς

Έλαβα και δημοσιεύω:


Η χαμένη ψήφος και η χαμένη τιμή της αριστεράς
Η υποταγή κομματιών της αριστεράς στον αστικό κοινοβουλευτισμό και της μέσω αυτού ανάδειξής της σε δήθεν δύναμη ανατροπής είναι η άλλη όψη της πραγματικής αδυναμίας της να δρομολογήσει διαδικασίες ρήξης και ανατροπής μέσα στο λαό και στους εργαζόμενους. Αυτό που δεν μπόρεσε να κάνει με το λαό στο δρόμο και στις πλατείες μέχρι πριν δύο μήνες, δηλαδή να συσπειρώσει καταρχήν πολιτικά το λαό σε στόχο ανατροπής του μνημονίων, των μέτρων ή έστω σε στόχο ανάσχεσης της επίθεσης ή πλευρών της και να δώσει συγκροτημένη κινηματική έκφραση στον αγώνα αυτόν, προσπαθεί να το κάνει με άλματα της πολιτικής σκέψης, στόχευσης και πρακτικής που αναπτύσσει στο θεωρούμενο από αυτήν προνομιακό, όπως φαίνεται, πεδίο, τις εκλογές, έτσι ώστε να παράγει έναν εκλογικό πολιτικό λόγο απ΄τοπν οποίο βγαίνει ότι στις 7 του Μάη ξεκινάει η ανατροπή που δεν ξεκίνησε πριν εν μέσω κινηματικών καταστάσεων. Και βέβαια η υιοθέτηση αυτής της λογικής στο έδαφος όμως της πραγματικής αδυναμίας για μετατόπιση του ταξικού συσχετισμού παράγει όχι μόνο βερμπαλισμούς αλλά και κατινισμούς και χειρότερα πράγματα. Ο λόγος για τη χαμένη ψήφο. Λογική συστημική και αστικοκοινοβουλευτική. Στον πυρήνα της είναι λογική της υποταγής στον κοινοβουλευτισμό, λογική που αναδεικνύει το αποτέλεσμα της κάλπης σε κινητήρια δύναμη και ρυθμιστή της αλλαγής των συσχετισμών μέσα στην κοινωνία και απαραιτήτως συνοδεύεται από τη λογική της υποστολής των αγώνων. Λογική που υπηρετείται από όλους εκείνους του κλασικούς παρατρεχάμενους των αστικών πολιτικών κομμάτων, που κάνουν το βρόμικο παιχνίδι που βλέπουμε έξω απ΄τα εκλογικά τμήματα, να τραβολογάνε και να σέρνουν τον κόσμο προσπαθώντας να αποσπάσουν την ψήφο του μην πάει αλλού, αναμασώντας όλοι τον κοινό λόγο της χαμένης ψήφου προσπαθώντας ν' ανοίξουν τρύπες στη συνείδησή του, να του υπενθυμίσουν την εκλογική χρησιμότητά του μόνο αν πέσει η ψήφος του στον τάδε κι όχι στο δείνα. Αλλιώς είναι άχρηστη. Και προφανώς δεν εννοώ μ' αυτό τη λογική μαυρίσματος των κομμάτων του συστήματος και των προθύμων, των δεξιών και αριστερών αναχωμάτων του, που πρέπει πολιτικά να τίθεται. Εννοώ όμως την μάχη που γίνεται μέσα στην αριστερά με την υιοθέτηση όμως της ίδιας ακριβώς δεξιάς λογικής. Ακαταμάχητα τα όπλα του αστισμού, τελικά. Σε πολιτικές στιγμές σαν κι αυτή, όπου το αστικό πολιτικό σκηνικό έχει υποστεί από τους αγώνες του λαού ρωγμές ως προς τη δυνατότητά του να αναπαράγεται με τον κλασικό, εύκολο μέχρι πρότινος κοινοβουλευτικό τρόπο, την επιτάχυνση που δεν ανάπτυξε αυτή η αριστερά μέσα στους αγώνες την αναπτύσσει προς άγραν ψήφου και διεξαγωγή ενός βρόμικου πολέμου. Θα μπορούσε να πει κανείς -και σωστά- ότι αυτά είναι αναμενόμενα συνοδευτικά όταν θεωρείς ότι η πολιτική σου γραμμή για την ανατροπή και η στόχευση μπορούν να προκύψουν μέσα από τις εκλογές. Άλλωστε το άμεσο μεταβατικό τεσσάρων-πέντε σταδίων πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης έχει αφετηρία τις εκλογές, τις αντιφατικές κυβερνήσεις, όπως έχει γραφτεί από πολλούς γνωστούς αρθρογράφους της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται το “εξωκοινοβουλευτική” ως γεωγραφικό προσδιορισμό και όχι ως πολιτικό. Κάπως έτσι εκφυλίζονται και οι έννοιες, κάπως έτσι μεταλλάσσεται (και δυσφημείται) και η αριστερά από δύναμη που ευαγγελίζεται μια άλλη κοινωνία, άλλες σχέσεις από του αστισμού, άλλη κουλτούρα και άλλον πολιτικό πολιτισμό κι ας κριτικάρεται από τους μετερχόμενους τα πολιτικά όπλα του αστισμού και ο υπαρκτός και ο ανύπαρκος και οι στρεβλώσεις τους. Κάπως έτσι κι ο κόσμος διακρίνει μια ομοιότητα και δυσπιστεί. Αλλά ας έρθουμε στα επί τάπητος. Διαφαινόμενη λοιπόν η ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος έχει ένα πολιτικό πρόγραμμα άμεσων λύσεων εκκινούμενων από την επίτευξη μιας αριστερής κυβέρνησης ή και συγκυβέρνησης (έστω και με τους Καμμένους). Κατά τα φαινόμενα έχει τη δυνατότητα να έχει το καλό εκλογικό ποσοστό. Όμως, αναγκαστικά, σ' ένα τέτοιο τοπίο θριάμβου των κοινοβουλευτικών και εκλογικών αυταπατών, ο Τσίπρας δρέπει ψήψους από τους εν δυνάμει ψηφοφόρους της ΑΝΤΑΣΡΥΑ. Σ' αυτό συμβάλλει το πολύ πλασάρισμα στην εκλογική αρένα με ομοειδή λογική την οποία έχει αναπτύξει επίσης η ΑΝΤΑΡΣΥΑ: δυνατότητα αριστερής ή μήπω αριστερής ή αντιφατικοαριστερής κυβέρνησης- εναρκτήριο της ανατροπής. Γράφει ο Γ. Ελαφρός στο ΠΡΙΝ: ".....Αλλά ακόμα και κοινοβουλευτικά, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορεί να κάνει τη μεγάλη ανατροπή. Με 2% στις περιφερειακές εκλογές προ 18 μηνών, με μια υπαρκτή τάση υπέρ της, διεκδικεί βάσιμα το σπάσιμο του ορίου του 3% και καλεί όλους τους εργαζόμενους, όλους τους νέους, όλους τους αριστερούς να συμβάλλουν σε αυτό” . Από κει και πέρα συνεχίζει ο πόλεμος της χαμένης ψήφου, η εμβριθής αναζήτηση των σκοτεινών λεπτομερειών του εκλογικού νόμου, που καταλήγουν στο άνοιγμα της τρύπας στη συνείδηση του ψηφοφόρου, ο οποίος καλείται πλέον να ψηφίσει και να ενισχύσει όχι με άποψη πολιτική, όχι όπως αγωνίζεται αλλά με μια λογική πολιτικού αμοραλισμού, της εκλογικής χρησιμότητας uber alles. O ψηφοφόρος είναι ψηφοφόρος και τίποτ' άλλο. Πάει χαμένος αν συμπεριφερθεί με άλλη αριστερή άποψη. Στο τέλος θα κατηγορηθεί κι όλας αν τα πράγματα δεν πάνε καλά, όπως παλαιότερα από το ΚΚΕ, θα κατηγορηθεί αν δεν πιάσει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ το στόχο του 3% plus. Ίδια λογική αναπτύσσει και το ΚΚΕ, δηλαδή ψήφισε αυτό για να τιμωρήσεις, ισχυρός λαός = ισχυρό ΚΚΕ κ.λπ., σε μια λογική ταύτισης του κόμματος με το κίνημα, με το λαό. Και ο πόλεμος αποκτά διαστάσεις εμφυλίου μεταξύ των κατά τα άλλα κοινοδρασιακών στο κίνημα αριστερών δυνάμεων. Συνεχίζει λοιπόν ο Γ. Ελαφρός στο ΠΡΙΝ: “....Με το 0,5% ή με το 1% που μπορεί να χρειάζεται η ΑΝΤΑΡΣΥΑ για να «μπουκάρει» στη Bουλή, ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ θα έπαιρναν σύνολο 2-3 βουλευτές παραπάνω. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα κερδίσει 7-8 έδρες, φέρνοντας τα πάνω κάτω, μαζί με τους εκατοντάδες και χιλιάδες «βουλευτές» της «κάτω Βουλής» των αγώνων, που θα είναι στη θέση τους από Δευτέρα κιόλας.”
Ο επί των δημοσκοπικών, αρθρογράφος του ΠΡΙΝ, κ. Μάρκου ανακάλυψε μια συνομωσία του συστήματος (διπλής χρησιμότητας, κατά τη γνώμη μου, προ και μετά των εκλογών και αναλόγως των αποτελεσμάτων). Γράφει στην προδημοσίευση του ΠΡΙΝ της 6/5/2012: “....Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ βρίσκεται πολύ κοντά στην είσοδό της στη Βουλή! Αυτό δείχνουν όλες οι «μυστικές» δημοσκοπήσεις, οι οποίες έφτασαν στα χέρια δημοσιογραφικών επιτελείων μεγάλων εκδοτικών συγκροτημάτων, την περασμένη Πέμπτη και Παρασκευή, σύμφωνα με απολύτως αξιόπιστες πληροφορίες του Πριν...” “....Με βάση αυτές τις δημοσκοπήσεις, την περασμένη εβδομάδα, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είχε αποσπάσει ήδη ποσοστά της τάξης του 2,4 - 2,8% στην απόφαση ψήφου, ενώ παρέμενε, μέχρι προχθές, ένα ακόμη υψηλότατο ποσοστό αναποφάσιστων της τάξης του 15%, που θα κριθεί πάνω στην κάλπη και από το οποίο, πάλι σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ διεκδικούσε ένα πρόσθετο 3% με 4% επί των αναποφάσιστων. Η τάση αυτή είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατο να ανατραπεί, εκτός πολύ σημαντικού «γεγονότος» με χαρακτήρα γενικευμένης προβοκάτσιας, κάτι που πρέπει να θεωρείται πολύ δύσκολο. Όλα αυτά σημαίνουν ότι η είσοδος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στη Βουλή είναι ένας απολύτως ρεαλιστικός στόχος, ο οποίος εξαρτάται πλέον μόνο από τη γεμάτη αυταπάρνηση, ακούραστη και χωρίς όρια δουλειά των μελών και φίλων της!
Και υποδεικνύει, λοιπόν, ο δημοσκόπος – καιροσκόπος κος Μάρκου στα μέλη και τους φίλους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ να κάνουν χρήση της λογικής της χαμένης ψήφου, ανενδοίαστα και προς πάσα κατεύθυνση και μάλιστα φαντασιωνόμενος ότι την καταγγέλλει κι όλας (μόνο βέβαια όταν αυτή χρησιμοποιείται από τον ΣΥΡΙΖΑ προς την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και όχι όταν χρησιμοποιείται από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ προς άλλες αριστερές δυνάμεις): “...Από αυτή τη σκοπιά, το επιχείρημα της «χαμένης ψήφου» στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που έθεσαν σε εφαρμογή αριστερά και δεξιά επιτελεία, δεν έχει πλέον καμία ισχύ. Αντίθετα, ακριβώς η ψήφος όλων των ταλαντευόμενων προς την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά ακόμη και η ψήφος ήδη καταληγμένων που γνωρίζουν και συμφωνούν με το πρόγραμμά της, αλλά είχαν επηρεαστεί από τη θεωρία της «εκλογικής χρησιμότητας», πρέπει να σταθμιστεί με βάση τα νέα δεδομένα. Ακόμη και αγωνιστές και γενικότερα πολίτες, οι οποίοι δεν συμφωνούν με κάθε λεπτομέρεια του προγράμματός της, αλλά θέλουν να τιμωρήσουν τα «μνημονιακά» κόμματα και θέλουν να δυσκολέψουν το σχηματισμό «μνημονιακής» κυβέρνησης, θα εξυπηρετήσουν αυτό το στόχο τους πολύ καλύτερα και με πολύ πιο χρήσιμο για το λαό τρόπο, εάν ψηφίσουν ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τη στείλουν στη Βουλή, σε σχέση με την ψήφο τους σε άλλο αριστερό ή μικρό κόμμα....”
Τι να κάνει ο άνθρωπος! Περιμένοντας τον τεκτονικό εκλογικό σεισμό στο δημοσκοπικό γραφειάκι του, εξαπολύει εκλογικό πόλεμο πλέον όχι στο σύστημα αλλά κατά πάντων άλλων αριστερών καθώς, όπως λέει, ο σωστός και σώφρων τρόπος είναι να καταλάβουμε ότι ναι μεν η ανατροπή δεν γίνεται στο κοινοβούλιο (κατά τας γραφάς, βέβαια, αλλά κατά την μύχια σκέψη του....) αλλά ότι το εκλογικό αποτέλεσμα θα παίξει προωθητικό ή ανασταλτικό ρόλο στη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Δεν έχει λοιπόν και πολλή σημασία αν συμφωνείς ή όχι με το πρόγραμμα του ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αρκεί να υποκλιθείς στη χρήση σου από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως κουκί. Δεν έχει σημασία αν στο κίνημα παλεύεις με συγκεκριμένη άποψη, αλλά στο παραβάν πρέπει να συμπεριφερθείς ατομικά, απολιτίκ και με βάση τον εκλογικό νόμο. Κατά τα άλλα, πετάμε και κάτι για σύνθεση απόψεων μέσα στην αριστερά, για ενότητα της αριστεράς, έτσι για να βρίσκεται σε πιο χαλαρές στιγμές, να φτιάχνουμε κι ένα προφίλ, βρε παιδί μου, αντισεχταριστικό και κοινοδρασίτικο.... Βέβαια, η Κασσάνδρα λέει ότι αυτόν το πόλεμο μεταξύ αυτών που έχουν ποτιστεί μέχρι το μεδούλι με ό,τι αρνητικό έχει η ρεφορμιστική λογική, που αποτελεί την αρνητική κληρονομιά τους, που την κουβαλάνε και θέλουν να την επιβάλουν και σε λάθε αριστερό, τη λογική των συσχετισμών στους οποίους υποτάσσεται το κίνημα, της αποθέωσης του κοινοβουλευτισμού, τον κερδίζει, προς το παρόν, αυτός που είναι καλύτερος ρεφορμιστής, που παίζει καλύτερα στο πεδίο του συστήματος! Έχει βέβαια μέλλον μπροστά του και ο κακός ρεφορμιστής να γίνει καλύτερος. Προς το παρόν μπορεί να αποτελεί ζωντανή δυσφήμιση της έννοιας του αριστερού.
Οι εκπρόσωποι του αστικού πολιτικού συστήματος, βέβαια, και οι κάθε είδους υποστηρικτές τους κινητοποιούνται από έναν πραγματικό φόβο. Όπως τον αντιλαμβάνεται ο αρθρογράφος της Καθημερινής Πέτρος Μαρτινίδης, καθηγητής στο ΑΠΘ, στο άρθρο του της 3/5/2012 με τίτλο “Εάν όχι τώρα, πότε;” ο φόβος είναι ότι το βάθεμα της επίθεσης θα προκαλέσει αντιδράσεις που θα πάρουν χαρακτηριστικά ταξικού πολέμου και θα ξεφύγουν από τα γνωστά κανάλια της κοινοβουλευτικής ομαλότητας, για τα οποία μάλιστα καταγγέλλει, μέμφει τους αριστερούς που “θα έπρεπε να στέκουν πολύ πιο συνεπείς στην κοινοβουλευτική δημοκρατία απ’ όσο οι άλλοι. Αλλιώς αποδεικνύουν ότι ο κοινοβουλευτισμός γι’ αυτούς δεν ήταν παρά προπέτασμα –«το όπλο παρά πόδα»– στην επιδίωξη του ολοκληρωτισμού· δικαιώνοντας, αναδρομικά, όλους τους κατά καιρούς διώκτες τους”. Και συμπυκνώνεται -κατά τη γνώμη του- αυτός ο φόβος στο σύνθημα που παραθέτει: «Εμπρός λαέ, μη σκύβεις το κεφάλι, ο μόνος δρόμος είναι Εμφύλιος και πάλι» που, όπως λέει, “ούτε φιλειρηνικό ακούγεται ούτε ανθρώπους που κάτι έμαθαν από την Ιστορία δείχνει”. Την ιστορία βέβαια της σοσιαλιστικής επανάνστασης ο ίδιος αρθρογράφος την ερμηνεύει ως έφοδο του υποκόσμου, λέγοντας ότι “Το «αν όχι τώρα, πότε;» το είχε πει και ο Λένιν, μεταξύ Φεβρουαρίου - Οκτωβρίου του 1917· συμπληρωμένο μάλιστα με το: «πλιατσικολογήστε τους πλιατσικολόγους». Για να ενισχυθεί από έναν υπόκοσμο που βαφτίστηκε πάραυτα «μπολσεβίκος» κι επάνδρωσε στη συνέχεια το πολιτικό γραφείο του Στάλιν”. Προσπαθεί, μάλιστα, σε μια έπαρση αντικομμουνισμού, να υπενθυμίσει το σωστό δρόμο προς τον κ. Τσίπρα που καλεί σε κυβέρνηση της αριστεράς και προοδευτικές δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, αναρωτώμενος “το γιατί το σταλινικό ΚΚΕ, το ΚΚΕ (μ-λ) ή το (μ-λ) ΚΚΕ εντάσσονται στις «προοδευτικές δυνάμεις”, μόνο ο κ. Τσίπρας το ξέρει. Στη Γαλλική Επανάσταση κάποιοι ζητούσαν να κατεδαφιστούν οι πόλεις ως κέντρα διαφθοράς! Θα υπολόγιζε άραγε κι αυτούς στις «προοδευτικές δυνάμεις» ο κ. Τσίπρας;»
Τα αποτελέσματα των εκλογών της Κυριακής και όσα ακολουθήσουν θα βάλουν όλες τις δυνάμεις της αριστεράς, κοινοβουλευτικής και μη, διαχειριστικής ή όχι, ρεφορμιστικής ή επαναστατικής, αυταπατώμενης και αυτοαναφορικής ή γειωμένης με την πραγματικότητα, μπροστά στα θεμελιώδη ζητήματα της ανασυγκρότησης ταξικού εργατικού κινήματος, στον επαναπροσδιορισμό της σχέσης τους με τους εργατικούς και λαϊκούς αγώνες, αλλά και μπροστά στην αναγκαιότητα απάντησης ως προς το βασικό δρόμο που θ' ακολουθηθεί: συγκρότηση μετώπου αντίστασης, ρήξης και αντροπής, λαϊκή οργάνωση σε ημερήσια διάταξη για την απόκρουση της επίθεσης ή στη θέση τους μια νέα παλιαντζούρα του μεταρρυθμιτισμού, του κυβερνητισμού και της αποστοίχισης από το πεδίο της ταξικής πάλης. Εδώ οι απαντήσεις δεν μπορούν να είναι έξυπνες ούτε ευφάνταστες παρά μόνο πραγματικές.Αυτά τα ζητήματα απαντιούνται στο πεδίο όπου διαμορφώνονται οι όροι συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων και όχι στο πεδίο των εκλογών, της χρήσιμης ή της χαμένης ψήφου, της κοινοβουλευτικής λογικής που ματαιώνει την παραπάνω κατεύθυνση. Οι πολιτικές μάχες – απόψεις γραμμών ιστορικά, στο ΕΑΜ, στην ΕΔΑ, αλλά και στη νεότερη ιστορία, διεθνή και ελλαδική, δεν χάθηκαν ούτε κερδήθηκαν από τις ψήφους και τα ποσοστά. Χάθηκαν οι μάχες (μαζί εξανεμίστηκαν και τα ποσοστά) εξαιτίας της επικράτησης του ρεφορμισμού, της λογικής της παντοδυναμίας του μονοδρόμου του καπιταλισμού, της ταξικής συνεργασίας, της αναζήτησης εύκολων, γρήγορων και ταχύρρυθμων απαντήσεων αντί για την στήριξη και την εμπιστοσύνη στην ανατρεπτική δύναμη των λαών. Αυτά ήταν που έδωσαν τη δυνατότητα στον κυρ καθηγητή να εκφράζει τον αντικομμουνισμό του και να λερώνει την έφοδο στον ουρανό και σε κάποιους να χαίρονται γιατί η εκφορά του λόγου του είναι χρήσιμη στον πολιτικό κανιβαλισμό. Και αυτή τη μάχη καμία αριστερά δεν μπορεί να την κερδίσει αν δεν απαλλαγεί από την αυταπάτη που τη διακατέχει ότι, τάχα, χωρίς να στηρίζεται στο λαό, χωρίς να αποτελεί πραγματικού μεγέθους πολιτική δύναμη ανατροπής, μπορεί να χρησιμοποιεί και όπλα του συστήματος, αναπαράγοντας, διαπαιδαγωγώντας και ενισχύοντας συστημικές λογικές, αντί να φτιάξει τα δικά της όπλα.
Κωστούλα Κανδηλιώτη, μέλος του ΚΚΕ(μ-λ), 4/5/2012

Τρίτη 1 Μαΐου 2012

Το διακύβευμα των εκλογών της 6ης Μάη δεν είναι άλλο από το τι θα γίνει από την επόμενη μέρα


Οι εκλογές καθεαυτές δεν πρόκειται να καθορίσουν παρά μόνο να αποτυπώσουν τμήμα της γενικής κατάστασης της ελληνικής κοινωνίας. Μια γενικευμένη αποστροφή προς τα κόμματα τα οποία στήριξαν το μνημόνιο και μια εκλογική στροφή προς αντιμνημονιακά (και “αντιμνημονιακά”) κόμματα.
Ας δούμε, όμως, το έδαφος στο οποίο θα διεξαχθούν οι εκλογές και το οποίο έχει ήδη διαμορφωθεί την τελευταία διετία τουλάχιστον. Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση κερδοφορίας οξύνεται συνεχώς, με αποτέλεσμα να υπάρχει αφενός μεγαλύτερη όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων αφετέρου βάθεμα της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης χωρών όπως η Ελλάδα. Έχουμε εν ολίγοις την όξυνση και των τριών αντιθέσεων που υπάρχουν στον κόσμο, ιμπεριαλισμός-λαοί, ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, κεφάλαιο-εργασία.
Τι σημαίνει όμως αυτή η όξυνση των αντιθέσεων στην πράξη; Ως προς την πρώτη αντίθεση σημαίνει τόσο την αύξηση της επιθετικότητας του ιμπεριαλισμού με όλα τα μέσα ενάντια στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα τόσο των ιμπεριαλιστικών χωρών όσο και των εξαρτημένων χωρών. Αυτή η επιθετικότητα εκφράζεται και θα εκφραστεί ακόμη πιο έντονα με την ολοένα και μεγαλύτερη επίθεση του κεφαλαίου στην εργατική τάξη και τους εργαζομένους για επιβολή ακόμη χειρότερων συνθηκών εργασίας και απόσπαση όσο το δυνατό μεγαλύτερης υπεραξίας αλλά και με πέρασμα της επιθετικότητας σε ανώτερο επίπεδο, αυτό των στρατιωτικών επεμβάσεων.
Η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων είναι αποτέλεσμα της κρίσης κερδοφορίας του κεφαλαίου αλλά και μοναδική του διέξοδος. Το ξαναμοίρασμα των αγορών αποτελεί μονόδρομο για το κεφάλαιο και σε αυτή τους την αντιπαράθεση οι ιμπεριαλιστές θα χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο. Μπορεί προς το παρόν η αντιπαράθεση να δίνεται κυρίως με οικονομικούς όρους αλλά κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συνεχιστεί μέχρι τέλους. Κι αυτό γιατί ο ισχυρότερος παίκτης, αυτή τη στιγμή, στην ιμπεριαλιστική σκακιέρα, οι ΗΠΑ, δεν μπορεί να αξιοποιήσει στο έπακρο τις δυνατότητές του στα πλαίσια αυτής της αντιπαράθεσης εάν αυτή δεν περάσει στο στρατιωτικό επίπεδο.
Η αντίθεση κεφάλαιο-εργασία οξύνεται τόσο στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις όσο και στις εξαρτημένες από τον ιμπεριαλισμό χώρες. Στις πρώτες έχουμε την επίθεση του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου που συνθλίβει τα μέχρι πρότινος μεσοστρώματα και την εργατική αριστοκρατία, που μετατρέπει ολόκληρες πόλεις σε πόλεις-φαντάσματα (βλ. Ντιτρόιτ) όπου το λεγόμενο κράτος πρόνοιας αποτελεί πλέον μακρινό παρελθόν. Στις εξαρτημένες χώρες, σε συνδυασμό με την επίθεση του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου που κατακλέβει τον πλούτο των κρατών αυτών, οι ντόπιες αστικές τάξεις έχουν βρει την ιστορική ευκαιρία για τη μεγαλύτερη σε κλίμακα επίθεση που έχει βιώσει ποτέ η εργατική τάξη και οι λαοί των χωρών αυτών. Πλήρης κατάργηση των όποιων κρατικών παροχών, των δικαιωμάτων των εργαζομένων στην ασφάλιση και την περίθαλψη αλλά και την εκπαίδευση των παιδιών τους, κατάργηση ή καταστρατήγηση των εργατικών κατακτήσεων με την καθιέρωση ατομικών συμβάσεων, με μισθούς ανέχειας κ.τ.λ.
Σε παγκόσμια κλίμακα έχουμε την όξυνση της καταστολής απέναντι στον εσωτερικό εχθρό. Από την πλατεία Συντάγματος μέχρι τη Γουολ Στριτ και από την πλατεία Ταχρίρ μέχρι τη χώρα των Βάσκων, από τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις μέχρι τις ζούγκλες της Νοτιοανατολικής Ασίας, ιμπεριαλισμός και κεφάλαιο εξαπολύουν μια επίθεση σε όσους τολμούν να αμφισβητούν την κυριαρχία τους, σε όσους αντιστέκονται ή αρθρώνουν λόγο διάφορο του κυρίαρχου. Δεν ποινικοποιείται μόνο η δράση αλλά ακόμη και η έκφραση, ψηφίζονται ολοένα και πιο σκληροί νόμοι τρομοκράτησης των καταπιεσμένων προκειμένου είτε να τους αποτρέψουν να εξεγερθούν είτε για να σβήσουν τη φλόγα της εξέγερσης πριν προλάβει να φουντώσει.
Η φασιστικοποίηση ολοένα και αυξάνεται σε παγκόσμιο επίπεδο για διάφορους και διαφορετικούς λόγους. Είτε αυτή συνδέεται με το πιο πάνω σημείο της οχύρωσης του κεφαλαίου στον πόλεμό του ενάντια στον εσωτερικό εχθρό -και άρα μιλάμε για θεσμική φασιστικοποίηση- είτε συνδέεται με την άνοδο του φασισμού με τη μορφή του εθνικισμού, του σοβινισμού και του νεοναζισμού, ο οποίος τροφοδοτείται κι από τα οδεύοντα προς εξαθλίωση, λόγω κρίσης, μικροαστικά στρώματα.
Σ' αυτό το πλαίσιο οφείλει να παρέμβει η κομμουνιστική αριστερά και μια τέτοια παρέμβαση δεν μπορεί να εξαντλείται στα πλαίσια των εκλογών. Η παρέμβαση αυτή θα πρέπει να έχει αντιιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά δίνοντας ταυτόχρονα την κόντρα με την εθνοπατριωτική στροφή της αριστεράς, στροφή που δεν είναι μόνο αποπροσανοτολιστική αλλά και πολιτικά επικίνδυνη. Η χώρα δεν είναι υπό κατοχή, δεν είναι περισσότερο υπόδουλη απ’ ό,τι υπήρξε από ιδρύσεώς της, ούτε η αστική τάξη είναι πιο ξενόδουλη απ’ ό,τι υπήρξε από συγκροτήσεως της. Όλη αυτή η φιλολογία όχι μόνο υποκρύπτει τη διαρκή εξάρτηση του ελληνικού κράτους από τον ιμπεριαλισμό αλλά αναδεικνύει ως κύριο στόχο το λεγόμενο αντιμνημονιακό ή εθνικοαπελευθερωτικό μέτωπο. Απογυμνώνει από τα ταξικά της χαρακτηριστικά την πάλη ενάντια στο ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο αλλά και την ελληνική αστική τάξη. Μια τέτοια συζήτηση εύκολα μπορεί να περάσει στην ξενοφοβία και στο ρατσισμό, π.χ. “για όλα φταίνε οι Γερμανοί”, “αγοράζουμε μόνο ελληνικά προϊόντα”, στην αναζήτηση “πατριωτικών δυνάμεων” για να κυβερνήσουν και άλλα παρόμοια.
Τα εθνικοανεξαρτησιακά αιτήματα από μόνα τους δεν μπορεί παρά να τοποθετούνται σε ένα αστικοδημοκρατικό πλαίσιο, δεν μπορεί παρά να ευελπιστούν σε ένα πλαίσιο ανάμεσα σε Αλιέντε και Τσάβεζ. Οι κομμουνιστές όμως πρέπει να κάνουν ξεκάθαρο και να εντάξουν στην προπαγάνδα τους πως μόνο η επαναστατική διαδικασία και η οικοδόμηση μιας άλλης κοινωνίας μπορεί να επιλύσει το ζήτημα της ανεξαρτησίας από τον ιμπεριαλισμό. Η αντιιμπεριαλιστική πάλη δεν μπορεί να περιορίζεται σε προπαγανδιστικά επίπεδα. Όταν είναι εφικτό θα πρέπει να περάσει και σε ενεργητικό επίπεδο.
Οι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί στην ανατολική Μεσόγειο, στον άξονα που ξεκινάει από τα Βαλκάνια και καταλήγει στη Μέση Ανατολή, πολύ πιθανό να προχωρήσουν σε στρατιωτική κλιμάκωση. Μια τέτοια τύπου αντιπαράθεση, άμεσα ή έμμεσα, θα περιλαμβάνει την Ελλάδα. Σ' αυτή την κατάσταση οι κομμουνιστές πρέπει να μποϋκοτάρουν την όποια συμμετοχή και εμπλοκή της χώρας. Πρέπει να αποκαλύψουν στο λαό πως οποιαδήποτε εμπλοκή της Ελλάδας είτε στους γενικότερους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς είτε σε κάποιο πολεμικό επεισόδιο με την Τουρκία ή με άλλο κράτος της περιοχής δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα των λαών της περιοχής. Ο ρόλος μας δεν είναι να πολεμήσουμε για τα συμφέροντά τους. Ο ρόλος των κομμουνιστών είναι να σαμποτάρουν τη στρατιωτική μηχανή της χώρας τους και να παλέψουν για να μετατρέψουν ένα τέτοιο άδικο πόλεμο σε ταξικό εσωτερικό πόλεμο για την ανατροπή της αστικής τάξης τους και των όποιων ιμπεριαλιστικών στηριγμάτων έχει αυτή. Ο ρόλος μας είναι να καταστήσουμε τη χώρα αφιλόξενο τόπο για τον ιμπεριαλισμό με κάθε τρόπο. Η αντιιμπεριαλιστική πάλη δεν μπορεί να θεωρείται ασύνδετη από την αντικαπιταλιστική πάλη. Η πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό δεν μπορεί παρά να είναι και πάλη ενάντια στη λειτουργία του κεφαλαίου εντός της Ελλάδας και ανεξαρτήτως της εθνικότητάς του. Η όξυνση του αντικαπιταλιστικού αγώνα όχι μόνο συνεισφέρει και τροφοδοτεί τον αντιιμπεριαλιστικό και αντιστρόφως, αλλά ο ένας αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τον άλλο.
Η αστική δημοκρατία έχει ήδη δείξει τα όρια της και το πραγματικό της πρόσωπο. Η εντεινόμενη φασιστικοποίηση δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά καθεστώς, η άνοδος του φασισμού δεν αποτελεί απλά δημοσκοπικό φαινόμενο (δεν αναφέρομαι στα ποσοστά που του δίνουν οι διάφορες δημοσκοπήσεις) αλλά αποτελεί υπαρκτή πολιτική δύναμη πλέον με παρουσία και παρέμβαση σε διάφορες περιοχές της χώρας. Η αποτυχία της επαναστατικής αριστεράς να παρέμβει ενεργά τόσο στα πλαίσια των μεταναστών όσο και στα φτωχά λαϊκά στρώματα των αστικών κέντρων, τα οποία λόγω της κατάστασης που βιώνουν σε συνδυασμό με την απουσία της επαναστατικής αριστεράς είναι ευάλωτα στο φασισμό, έδωσε την ευκαιρία σε αντιλήψεις που εκκινούν από το ρατσισμό και καταλήγουν σε καθαρά φασιστικές και νεο-ναζιστικές απόψεις και θέσεις να βρουν πρόσφορο έδαφος.
Η επαναστατική αριστερά πρέπει να παρέμβει ενεργά στις λαϊκές συνοικίες, εκεί όπου η ανέχεια των λαϊκών μαζών σε συνδυασμό με τη λουμπενοποίηση των πιο εξαθλιωμένων τμημάτων ντόπιων και μεταναστών, εξαιτίας της επίθεσης του κεφαλαίου, δημιουργεί υπαρκτά ζητήματα στις περιοχές αυτές και τις κάνει ευάλωτες στην ξενοφοβική και ρατσιστική ρητορεία. Επίσης θα πρέπει να αναβαθμιστεί ο μετωπικός και από τα κάτω συντονισμός των εργατικών και λαϊκών αντιστάσεων για περιφρούρηση των κινηματικών διαδικασιών και διεργασιών. Η εργατική και λαϊκή αυτο-οργάνωση πρέπει να αναβαθμιστεί και να συντονιστούν μεταξύ τους οι σκόρπιες μέχρι σήμερα εστίες αντίστασης που γενιούνται και θα γεννηθούν. Στο επίπεδο αυτό οι επαναστατικές δυνάμεις πρέπει να κάνουν τα πάντα ώστε να συμβάλουν σ' αυτή την κατεύθυνση. Αυτά τα ζητήματα πρέπει να αναδειχθούν στην πορεία προς τις εκλογές αλλά κυρίως μετά από αυτές. Αυτή την κατεύθυνση, της δημιουργίας ενός μετωπικού συντονιστικού δικτύου, της δημιουργίας και της ενίσχυσης της εργατικής-λαϊκής αυτο-οργάνωσης και αντίστασης με στόχο όχι μόνο την αντίσταση αλλά και το πέρασμα σε ανώτερο επίπεδο, για την ανατροπή όχι μόνο της αντιλαϊκής-αντεργατικής πολιτικής κεφαλαίου και ιμπεριαλισμού αλλά και του ίδιου του συστήματος, οφείλει να υπηρετήσει και η Πρωτοβουλία.
Σε αυτή την πορεία η επαναστατική αριστερά θα πρέπει να βρει τρόπους ανασύστασης του εργατικού-λαϊκού και επαναστατικού-κομμουνιστικού κινήματος. Αυτό θα γίνει μέσα από μια ουσιαστική, κριτική αποτίμηση του παρελθόντος σε συνδυασμό με την ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης και των συγκεκριμένων συνθηκών σε εσωτερικό και διεθνές επίπεδο. Μέσα από την πορεία αυτή θα γεννηθούν τα προχωρήματα σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο, η επικαιροποίηση της επαναστατικής κατεύθυνσης και ιδεολογίας, η απόρριψη όλων των ρεφορμιστικών και ρεβιζιονιστικών βαριδίων τα οποία πλασάρονται για επαναστατικά, ακριβώς λόγω των δεκαετιών διάλυσης του επαναστατικού κινήματος, η ανασύνθεση μορφών και εργαλείων πάλης που θα ανταποκρίνονται στο σήμερα με βάση την πείρα του χθες. Η επαναστατική-κομμουνιστική αριστερά δεν θα είναι πια ένα απομεινάρι του χθες αλλά μια ανάγκη του σήμερα που θα προσφέρει όραμα για το αύριο.
Χρίστος Μάης, 25/4/2012

Αναδημοσίευση από την Προλεταριακή Σημαία

Κυριακή 29 Απριλίου 2012

Είχα πει θα φύγω...



Ναι ξέρω, είχα πει ότι δεν θα ξαναγράψω. Ας ελπίσουμε πως πρόκειται για την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Αφορμή ένα άρθρο του Θανάση Τσιριγώτη με τίτλο “Η τάξη και η πατρίδα” το οποίο δημοσιεύτηκε στο αλφαβίτα, στο Βήμα και άλλες κινηματικές ιστοσελίδες και ιστολόγια. Προβληματίστηκα αρκετά κατά πόσο ήταν αναγκαία ή χρήσιμη μια τέτοια ανάρτηση αλλά το θέμα που πιάνει ο Θ.Τ. είναι πολύ σημαντικό και επίκαιρο κατά την άποψή μου και γι αυτό δεν μπορούσα να μην τοποθετηθώ.

Το κείμενο ξεκινάει με μια λογοτεχνίζουσα εισαγωγή την οποία θα αφήσω ασχολίαστη. Το κείμενο έχει ως κεντρική ιδέα αυτό που λέει ο τίτλος. Η τάξη και η πατρίδα που στο τέλος του κειμένου μας λέει πως είναι και λόγος για να αγωνιστεί και να πεθάνει κανείς.

Όχι γαμώ το κερατό μου δεν είναι λόγος για να πεθάνεις η πατρίδα και δεν είναι αυθεντικό μέγεθος όπως λέει αυθαίρετα ο Τσιριγώτης. Τι θα πει να πεθάνεις για την πατρίδα; Σε ένα πόλεμο ενάντια στους ναζί όπως στο Β' Π.Π. ή σε ένα πόλεμο όπως η μικρασιατική εκστρατεία; Και τα δυο θα μπορούσε να πει κανείς για την πατρίδα έγιναν. Δεν μπορείς να πετάς ότι θες και να νομίζεις πως είπες και μέγιστη επαναστατική ατάκα.

Τι εννοεί με το πατρίδα. Το έθνος, το κράτος, κάτι άλλο;

Το κείμενο είναι γραμμένο τόσο μπερδεμένα που μπορεί να ισχυριστεί ο συγγραφέας εκ των υστέρων πως άλλο λέει, αλλά ας πρόσεχε. Δεν είναι πρωτοετής που δοκιμάζει να γράψει την πρώτη του προκήρυξη.

Λέει ο Θ.Τ.:

Η τάξη και το έθνος είναι οι μήτρες που σμιγμένες γέννησαν εθνικολαϊκούς, απελευθερωτικούς αγώνες, ήθη, έθιμα, παραδόσεις, νίκες και ήττες και αποτελούν τη μνήμη, την κρίση και το υλικό για την αναγέννηση του λαού.
Δεν τις χαρίζουμε και δεν τις χαραμίζουμε σε κανέναν επίδοξο αποικιστή

Για τα ήθη, τα έθιμα και τις παραδόσεις απαντάει ο Στάλιν στο 'Μαρξισμό και το Εθνικό Ζήτημα':
Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει πως η σοσιαλδημοκρατία θα υποστηρίζει όλους και τους κάθε λογής θεσμούς και έθιμα του έθνους. Καταπολεμώντας την καταπίεση ενάντια στο έθνος, θα υπερασπίζει μονάχα το δικαίωμα του έθνους να καθορίζει μόνο του την τύχη του, διαφωτίζοντας σύγκαιρα ενάντια στους βλαβερούς θεσμούς και έθιμα που έχει το έθνος αυτό, με σκοπό να δώσει τη δυνατότητα στα εργαζόμενα στρώματα του δοσμένου έθνους να λυτρωθούν απ’ αυτού.”
Τι θα πει αναγέννηση του λαού; Εκφράσεις που στερούνται νόημα και περιεχόμενο έχει τόσες πολλές το κείμενο που θυμίζει Γκυ Ντεμπόρ και καταστασιακούς στο αγαπημένο τους κολλάζ λέξεων και εκφράσεων! Σε ένα θέμα όπου δίνουν και παίρνουν οι πάντες από την ακροδεξιά μέχρι την αριστερά δεν μπορείς παρά να είσαι σαφής και συγκεκριμένος για το πως ορίζεις εσύ το ζήτημα, και ο Θ.Τ. δεν το κάνει αυτό. Η θολούρα εξυπηρετεί την ακροδεξιά στην κάθε της μορφή από την Χρυσή Αυγή και το ΛΑΟΣ μέχρι τον κάθε καμ(μ)ένο, τους Καζάκηδες, όσους αναπωλούν την αναβίωση του ΠΑΣΟΚ των 80s κτλ. Δεν εξυπηρετεί την αριστερά και το κίνημα και γι αυτό δεν μπορούν να γράφονται από πλευράς αριστεράς και μάλιστα για ευρεία κατανάλωση τέτοια άρθρα.
Ποιος αποικιστής; Κυριολεκτικά αποικιστής σημαίνε ιδρυτής μιας αποικίας ή αρχηγό ομάδας αποίκων. Σε ποια περίοδο ζούμε, του ιμπεριαλισμού ή της αποικιοκρατίας; Ακόμη και ο όρος νεο-αποικία που χρησιμοποιείται κατά κόρων ας δούμε πως τον χρησιμοποιούσε και ΠΟΤΕ ο Μάο και μετά να δούμε αν ταιριάζει για χρήση κατά το δοκούν. Η Ελλάδα είναι χώρα εξαρτημένη από τον ιμπεριαλισμό, ούτε υπόδουλη, ούτε αποικία και πρέπει να ανατραπεί τόσο η εξάρτηση όσο και η ελληνική αστική τάξη για να οικοδομήσουμε μια άλλη κοινωνία. Δεν υπάρχουν ούτε αντιιμπεριαλιστικά ούτε πατριωτικά αστικά σύμμαχα στοιχεία όπως υπήρξαν στην περίπτωση των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων των αποικιών και νεο-αποικιών στην Ελλάδα. Κι αυτό το αναφέρω γιατί η κάθε τοποθέτηση, η ανάλυση για μια χώρα είναι αναγκαία προϋπόθεση για τον καθορισμό των στόχων αλλά και των εργαλείων της πάλης. Άλλα σε μια (νεο-)αποικία, κι άλλα σε μια εξαρτημένη από τον ιμπεριαλισμό καπιταλιστική χώρα.
Γιατί δεν ταυτίζεται η πατρίδα και η τάξη και δεν είναι δυο αντικειμενικά πράγματα που μάλιστα λειτουργούν σε σύζευξη.
Και πάλι ο Στάλιν:
Λοιπόν, τα δικαιώματα των εθνών και η «ακριβής έννοια» του προγράμματος της σοσιαλδημοκρατίας δεν είναι ένα και το ίδιο πράγμα.
[...]
Είναι ξεκάθαρο, πως «δικαιώματα των εθνών» και «ακριβής έννοια» του προγράμματος, είναι δύο διαφορετικά πεδία. Τη στιγμή που «η ακριβής έννοια» του προγράμματος εκφράζει τα συμφέροντα του προλεταριάτου, που είναι επιστημονικά διατυπωμένα στο πρόγραμμα του τελευταίου, τα δικαιώματα των εθνών μπορούν να εκφράζουν τα συμφέροντα κάθε τάξης- κεφαλαιοκρατίας, αριστοκρατίας, κλήρου κλπ- ανάλογα με τη δύναμη και την επιρροή που έχουν αυτές οι τάξεις. Εκεί βρίσκονται οι υποχρεώσεις του μαρξισμού, εδώ βρίσκονται τα δικαιώματα των εθνών, που αποτελούνται απόδιαφορετικές τάξεις. Τα δικαιώματα που έχουν τα έθνη και οι αρχές της σοσιαλδημοκρατίας, μπορούν να είναι ή και να μην «είναι αντίθετα» το ένα με το άλλο, όπως, ας πούμε, η πυραμίδα του Χέοπα και η περίφημη συνδιάσκεψη των λικβινταριστών. Είναι απλώς αδύνατο να συγκριθούν αυτά. Απ’ αυτά όμως προκύπτει, πως η σεβαστή συνδιάσκεψη μπέρδεψε με τον πιο ασυγχώρητο τρόπο δύο ολότελα διαφορετικά πράγματα. Δε βγήκε η λύση του εθνικού ζητήματος, μα ένας παραλογισμός, όπου τα δικαιώματα των εθνών και οι αρχές της σοσιαλδημοκρατίας «δεν είναι αντίθετα» το ένα με το άλλο, και συνεπούμενα, κάθε αίτημα που έχουν τα έθνη μπορεί να συμβαδίζει με τα συμφέροντα του προλεταριάτου, ώστε, ούτε μια διεκδίκηση των εθνών που τείνουν στην αυτοδιάθεση, δεν θα είναι «αντίθετη με την ακριβή έννοια» του προγράμματος.

Αν κάποιοι θέλουν να πάνε από το Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια στο Πατρίς-Επανάσταση-Σοσιαλισμός ευχαριστώ πολύ αλλά δε θα πάρουμε. Ο Στάλιν στην προσπάθειά του να πετύχει τη μέγιστη συσπείρωση του Σοβιετικού λαού για να υπερασπιστεί το πρώτο σοσιαλιστικό εγχείρημα και τις θυσίες της εργατικής τάξης και του προλεταριάτου χρησιμοποιήσε τον πατριωτικό λόγο. Αυτή την κίνηση τακτικής του Στάλιν κάποιοι κακώς την ανάγουν σε στρατηγική και έπειτα την εντάσσουν στο λόγο τους ως τέτοια. 


Κι επειδή όσο οξύνονται οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και οι περιφέρειες θα αρχίσουν να φλέγονται άμα μας δώσουν τα όπλα να πολεμήσουμε τον Τούρκο, ή οποιοδήποτε άλλο 'εξωτερικό εχθρό' αυτό το ζήτημα περί πατρίδας και θυσίας για την πατρίδα πολύ πιθανό από φιλολογικό να γίνει πραγματικό. Δεν πολεμάμε σε άδικους πολέμους!

Αφιερωμένο:



Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

Ερυθρό Πρίσμα για πάντα

Όπως θα έχετε καταλάβει το Ε.Π. ακολουθεί την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Έχει 'χρεωκοπήσει'αλλά κανείς δεν το παραδέχεται. Το Ε.Π. έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του κύκλο, δηλαδή μια περίοδο σχετικής απραξίας ή και στασιμότητας η οποία επέτρεπε μια τακτική ανανέωση.

Η αλήθεια είναι πως το μπλογκ δεν είναι πλέον στο top-100000000000000000 των προτεραιοτήτων μου εδώ και καιρό και το έχετε καταλάβει όλ-οι/ες/α που θα έλεγε κι ένας συνάδελφος από τις Πολ. Επ. του ΑΠΘ.

Ίσως αυτή η προσπάθεια να κυοφορεί στα σπλάχνα της μια καινούργια (σαν την μήτηρ του Ιωσήφ Βισσαριόνοβιτζ Τζουγκασβίλι, εφεξής Τζούγκι). Ο Τζούγκι και σήμερα αποτελεί αναγκαιότητα αλλά πρέπει να τα βγάλουμε πέρα χωρίς αυτόν. Έτσι κι εσείς χωρίς το Πρίσμα.

Βενσερέμος!

ΥΓ Η πιθανότητα το Πρίσμα να ξανάρθει σε 5 γενιές παραμένει ανοικτή...


Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2011

Μια πρώτη αποτίμηση της εκδήλωσης για τον περιοδικό τύπο



Μια πρώτη αποτίμηση της εκδήλωσης για τον περιοδικό τύπο 
Διεξήχθει την Παρασκευή 2/12 η εκδήλωση “Ο περιοδικός τύπος ως μέσο έκφρασης και συλλογικότητας” στο βιβλιοπωλείο “Εκτός των Τειχών” με τη συμμετοχή των εντύπων Κομπρεσέρ, Λεύγα και Humba!
Ως προς την προσέλευση μπορούμε να πούμε ότι ήταν ικανοποιητική έχοντας μάλιστα κατά πλειοψηφία την παρουσία (αρκετών δεκάδων) ατόμων που για πρώτη φορά περνούσαν το κατόφλι του βιβλιοπωλείου. Το πρίσμα ένοιωσε μια ιδιαίτερη χαρά βλέποντας αρκετούς φίλους από τα παλιά που είχε καιρό να συναντήσει, ασχέτως αν δεν κατάφερε να περάσει παραγωγικό χρόνο μαζί τους λόγω αυξημένων υποχρεώσεων.
Η εκδήλωση ξεκίνησε με την συνηθισμένη καθυστέρηση που αυτή τη φορά παραδόξως όχι λόγω καθυστερημένης προσέλευσης του κοινού αλλά του ενός εκ των τριών ομιλητών (περιοδικών). 
Δεν πρόκειται να αναπαράγω όλη τη συζήτηση εδώ απλά θα αναφέρω τι κρατάω από κάθε τοποθέτηση και πως κατάλαβα εγώ αυτά που ειπώθηκαν...
Από το Κομπρεσέρ, ότι η συζήτηση για την πόλη και το χώρο δεν έχει επί της ουσίας ανοίξει/προχωρήσει στην Ελλάδα κι ότι στο έντυπό τους αντανακλάται η συζήτηση και οι διεργασίες που προηγούνται της έκδοσης, π.χ. μεταναστευτικό στο προηγούμενο τεύχος που βγήκε λίγο μετά την απεργία των 300 και το επόμενο θα πραγματευτεί τις εξεγέρσεις που έχουν λάβει χώρα σε μια σειρά (μητρο)πόλεις. Το πάντρεμα της επιστήμης και κινήματος που επιχειρείται στο έντυπο τόσο ως προς το περιεχόμενό του όσο και ως προς την διανομή του μέσα από κοινωνικούς χώρους και στέκια, από μόνο του προσδίδει ενδιαφέρον στο εγχείρημα. Κλείνοντας, το Πρίσμα θεωρεί πως το Κομπρεσέρ επί της ουσίας προσπαθεί να θέσει τα ερωτήματα πάνω στα ζητήματα της πόλης και του χώρου στο Ελλάντα και όχι να δώσει τις απαντήσεις.
Το HUMBA! αυτοπαρουσιάστηκε με αρκετή δόση χιούμορ, έδωσε το αντι-γαυρικό του στίγμα με τη βοήθεια του κοινού, αλλά και παρουσίασε εαυτόν λιγότερο πολιτικό απ’ ότι είναι στην πραγματικότητα, κάτι που είναι εμφανές από το πρώτο του κι όλας editorial. Το ζήτημα της δικτύωσης, το ομολογουμένως υψηλό τιράζ για ένα εξειδικευμένο περιοδικό με σαφή τοποθέτηση πάνω στα ζητήματα του αθλητισμού και της οπαδικής κουλτούρας είναι επίσης ενδιαφέροντα στοιχεία. Επίσης η ανάγκες να συζητηθούν θέματα που άπτονται του αθλητισμού και κρύβονται κάτω από το χαλί αλλά και η αίσθηση του εγχειρήματος ως “συνέχειας” των fanzines των 80s (στα αγγλικά γήπεδα) είναι σημεία που κρατάει το Πρίσμα.
Η Λεύγα τοποθετήθηκε ευθέως στο θέμα της εκδήλωσης. Στο ζήτημα της δημιουργίας και λειτουργίας του περιοδικού έθεσε σε πρώτη θέση αυτό της συλλογικότητας σε αντιπαραβολή με αυτό μιας παρέας χωρίς να την υποβιβάζει προφανώς (την παρέα) όπως επίσης και αυτό της συντακτικής επιτροπής σε αντιπαραβολή με μιας πολιτικής οργάνωσης χωρίς και πάλι να υποβιβάζει την πολιτική οργάνωση. Το τελευταίο θα μπορούσε βέβαια να συμπεράνει κάποιος εάν άκουγε την τοποθέτηση αποσπασματικά σε σχέση τόσο με το σύνολό της όσο και σε σχέση με το θέμα της συζήτησης.Επίσης, ως προς την παραγωγή του περιεχομένου (ως μέσο έκφρασης) έθεσε το ζήτημα πως δεν πρόκειται για θέσφατα ή γραμμή απλά για ένα περιεχόμενο που στη δεδομένη συγκυρία εκφράζει την συντακτική επιτροπή του περιοδικού. Και πάλι όχι γιατί υπάρχει πρόβλημα με την γραμμή αλλά όπως τέθηκε από την πλευρά του περιοδικού, δεν είμαστε σε αυτή τη φάση αλλά στη φάση όπου πρέπει να συσωρρευτούν οι όροι για να φτάσουμε σε αυτό το (αναγκαίο) επίπεδο όπως και στο ζήτημα της οργάνωσης. Κλείνοντας το Πρίσμα εκτίμησε το γεγονός πως δεν θεωρούν πως το περιοδικό τους πρέπει ντε και καλά να “ζήσει για πάντα” αλλά εάν θεωρηθεί ότι έχει κλείσει τον κύκλο του, θα μπουν οι “τίτλοι τέλους”.
Από κει και πέρα η συζήτηση, λόγω και του πλαισίου που έθετε η πρόσκληση αλλά όχι η εισήγηση μπήκε και στα ζητήματα των εγχειρημάτων των 70s-80s. Έγινε μια μικρή αναδρομή στο τότε όπου τέθηκαν τα σημεία σύγκλισης αλλά και απόκλισης. Όπως σωστά τέθηκε τα τρία έντυπα δεν θα μπορούσαν με τίποτα να χαρακτηριστούν fanzines ή “έντυπα δρόμου” από πλευράς παραγωγής, σχεδιασμού κτλ αλλά θα μπορούσε να τα καταχωρήσει κανείς στον “ανεξάρτητο τύπο” υπό την έννοια της σχετικής οικονομικής/πολιτικής τους αυτονομίας. Αναδείχθηκε επίσης το γεγονός πως πολλά από τα τότε εγχειρήματα αποτελούσαν ατομικά εγχειρήματα (από τον Ελεφάντη έως τον Χρηστάκη) παρότι μπορεί να συσπείρωναν αρκετό κόσμο και πως το τέλος τους ερχόταν εάν η φιγούρα αυτή άλλαζε ενδιαφέροντα ή απεβίωνε.
Επίσης το γεγονός πως πρέπει η συζήτηση περί αυτού του τύπου αλλά και της ιστορίας του περιοδικού τύπου είναι ανύπαρκτη μας κάνει να θεωρούμε την συζήτηση αυτή ως την πρώτη από αρκετές που θα (πρέπει να) ακολουθήσουν...